Οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ το λογοτεχνικό περιοδικό Παρέμβαση και το Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο Κοζάνης διοργάνωσαν την παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου. Για ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ στο χώρο του βιβλιοπωλείου μίλησαν η Δήμητρα Καραγιάννη, φιλόλογος-δημοσιογράφος.
«Το Επιδόρπιο» της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου (παρουσίαση Δήμητρα Καραγιάννη)
Βρεθήκαμε
εδώ απόψε για να γνωρίσουμε μέσα από τον λόγο, την απαγγελία και τη
μουσική, το ‘Επιδόρπιο’ της Ευτυχίας- Αλεξάνδρας Λουκίδου. Ένα βιβλίο το
οποίο θα σας παρουσιάσω έτσι όπως εγώ το αντιλήφθηκα και το ένιωσα.
Αναρωτιέμαι όμως… Γιατί και πώς να μιλήσει κάποιος για το βιβλίου ενός
άλλου, ειδικά όταν πρόκειται για ποίηση; Δεν υπάρχει συγκεκριμένος
λόγος, ούτε συγκεκριμένος τρόπος. Η ποίηση άλλωστε είναι κάτι τόσο
προσωπικό… Διαβάζοντας ένα ποίημα δέκα διαφορετικοί άνθρωποι, θα
μπορούσαν να δώσουν δέκα διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Η
αίσθηση που αφήνει στον καθένα ειδικά η ποίηση, σε σχέση με τα άλλα
λογοτεχνικά είδη, είναι εντελώς υποκειμενική υπόθεση. Μιλώντας λοιπόν
κάποιος για ένα βιβλίο ποίησης δίνει απλώς την δική του εκδοχή,
μεταφέρει την δική του αίσθηση για το συγκεκριμένο βιβλίο, χωρίς να
φιλοδοξεί να προκαταλάβει ή να περιορίσει την οπτική κάποιου άλλου. Και
σ’ αυτόν το δρόμο θα κινηθούμε απόψε.
Ας εισέλθουμε όμως στο θέμα. Ας ξεφυλλίσουμε κι ας γευτούμε από κοντά
ετούτο εδώ το «Επιδόρπιο». Είναι ένα βιβλίο 80 σελίδων και 37 ποιημάτων,
αφιερωμένο στη μητέρα της ποιήτριας, ενώ το εξώφυλλό του εισάγει
συνειδητά ή και ασυνείδητα τον αναγνώστη στο περιεχόμενο και σε όσα θα
ακολουθήσουν.
Το βιβλίο αυτό θα
έλεγα πως κλείνει μέσα του το βαθιά ανεκπλήρωτο, αυτό που ακολουθεί την
ύπαρξη του ανθρώπου βασανιστικά, και που εναγωνίως μα και ματαίως
εκείνος προσπαθεί να φτάσει. Ολόκληρη η συλλογή κινείται γύρω από αυτή
την θεματική αγγίζοντας διάφορες πτυχές της εσωτερικότητας της ποιήτριας
και διάφορες εκφάνσεις και εκφράσεις της ψυχικής αγωνίας που προκαλεί
στον άνθρωπο ο χρόνος που περνάει ανεπιστρεπτί, ο φόβος του θανάτου και η
ζωή που φεύγει πριν προλάβει κανείς να τη ζήσει. Το Επιδόρπιο είναι
ένας τόπος απώλειας, ένας κόσμος επώδυνης μνήμης, υπαρξιακής ανησυχίας,
κι αποτελεί πιθανόν συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου της ποιήτριας με
τίτλο «Όροφος μείον ένα», όπου κυριαρχούσε εξ’ ολοκλήρου η θεματική του
θανάτου, τώρα πια όμως εμφανίζεται η ίδια κάπως πιο αποστασιοποιημένη
από την εμπειρία αυτή.
Η
εσωτερική κενότητα, η ψυχική δοκιμασία, οι μεταφυσικές ανησυχίες, ο
θάνατος ως τέλος αλλά και ο θάνατος ως μία «άλλη ζωή», η απώλεια, η
μνήμη που πονά, η επιθυμία που παραμένει επιθυμία, όλα αυτά δείχνουν να
απασχολούν την ποιήτρια, ίσως όμως και να λειτουργούν τρόπον τινά γι’
αυτήν λυτρωτικά, δίνοντάς της ώθηση να περάσει απέναντι, στην άλλη όχθη,
απαλλαγμένη από σκιές του χθες και του εαυτού της.
Ο τίτλος συμβολικός, υπαινικτικός, και ο τόνος βαθιά προσωπικός. «Το
επιδόρπιο». Το «Επιδόρπιο», αυτό που προσφέρεται πάντα μετά το κύριο
γεύμα, στην περίπτωσή μας πρέπει να δοθεί πρώτο. Δεν υπάρχουν χρονικά
περιθώρια για αναβολές. Ο χρόνος μας προσπερνά, γι’ αυτό «ας φάμε απόψε πρώτα το επιδόρπιο» λέει
κάπου το ομώνυμο ποίημα… Ας γευτούμε λοιπόν όσο προλαβαίνουμε αυτή τη
μικρή χαρά, μην τυχόν μείνει ανεκπλήρωτη και βασανιστική.
ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ
Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή
να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο.
Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται
έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.
να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο.
Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται
έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.
Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί
και πλαγιάζαμε καμιά φορά
δίχως συγχώρεση
ήταν γιατί πιστεύαμε
πως οι αιφνίδιοι χωρισμοί
δε θα μας αφορούσαν.
και πλαγιάζαμε καμιά φορά
δίχως συγχώρεση
ήταν γιατί πιστεύαμε
πως οι αιφνίδιοι χωρισμοί
δε θα μας αφορούσαν.
Ένα στασίδι ελεύθερο
πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς
όμως
πόσα εγκλήματα θαρρείς
πως είναι προμελετημένα;
πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς
όμως
πόσα εγκλήματα θαρρείς
πως είναι προμελετημένα;
Ελπίζαμε – οι αφελείς -
σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία.
Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη
που δε γνωρίζαμε ποτέ
σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε.
σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία.
Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη
που δε γνωρίζαμε ποτέ
σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε.
Μα η απειλή ήταν εδώ.
Κι είναι και τώρα.
Προπόσεις και σφυρίγματα
ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.
Κι είναι και τώρα.
Προπόσεις και σφυρίγματα
ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.
Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί
και για μια πρόληψη
ας φάμε απόψε πρώτα
το επιδόρπιο.
και για μια πρόληψη
ας φάμε απόψε πρώτα
το επιδόρπιο.
Το
Επιδόρπιο παραπέμπει σε οριστικές καταστάσεις. Παρόλο που ως μέρος ενός
γεύματος σερβίρεται τελευταίο, εδώ ακολουθείται αντίθετη πορεία. Μας
προσφέρεται στην αρχή της συλλογής (είναι το δεύτερο ποίημα).
Προτείνεται μάλιστα ως μία εισαγωγική ποιητική και γευστική εμπειρία
στην πρώτη στροφή, αλλά και ως τελείωμα του ποιήματος.
Τα 37 ποιήματα της συλλογής χωρίζονται σε δύο ενότητες. Κάποια
αποσπάσματα του ποιήματος «Το Σκουλήκι Κατακτητής» του Ε. Α. Πόε,
διαχωρίζουν τη μία ενότητα από την άλλη. Στους μεταφρασμένους στίχους
του Έντγκαρ Άλαν Πόε, διαβάζουμε: «μίμοι – υπερούσιοι θεοί
μασκαρεμένοι – γκρινιάζουν, μουρμουρίζουν λόγια ακατάληπτα, πετάνε
ακατάσχετα… Ανδρείκελα είναι· σπαστικά υπακούουν στις εντολές κάποιων
πλασμάτων άμορφων, τεράστιων, που σέρνουν πότε αποδώ πότε αποκεί τα
σκηνικά…» Κάπου εκεί βρίσκεται ο άνθρωπος του σήμερα, ως ένας
άβουλος τυμπανιστής, μέλος σε μια χαοτική ορχήστρα θλίψης, πιόνι σε ένα
παιχνίδι φόβων, προσδοκιών και διαψεύσεων συντριπτικών (κι εδώ βρίσκει κανείς μία πιθανή έμμεση σχέση με το εξώφυλλο της συλλογής).
Τα ποιήματα έχουν ιδιαίτερα προσωπικό τόνο, εξομολογητικό, θα ‘λεγε κανείς: «Μου
φαίνεται /πως δε μετράω πια σωστά/ πως μου ξεφεύγουν ημερομηνίες και
αποστάσεις/ πως είναι αργά πολύ /για να γεράσω και να εμπιστευτώ…»
Μέσα από τις λέξεις το προσωπικό γίνεται γενικό, και στις σκέψεις της
ποιήτριας μπορεί κανείς να βρει κομμάτια του εαυτού του, δικές του
αγωνίες και πάθη.
Ο τόνος συχνά αποφθεγματικός («…κι
ό,τι ραγίζει δεν ξανακολλά / κι ό, τι με παραμύθια ανατρέφεται/γυρνά
αλλού το πρόσωπο/σβήνει για τελευταία φορά στην τούρτα τα κεράκια/κι ας
ήταν χτες που γεννηθήκανε μαζί/ κι ας είναι τώρα που αλλού άλλοι/ τους
κάναν να ξεχάσουν»), θλιβερές διαπιστώσεις που έρχονται να υπενθυμίσουν το μάταιο της ύπαρξης ή να προλάβουν την επανάληψη του δράματος.
Οι αναφορές στη μοίρα πολλές, έντονη κι η ανάγκη για αποφυγή του
πεπρωμένου. Η ευθύνη κι η αδυσώπητη μοίρα τριγυρίζει απειλητικά στους
στίχους των ποιημάτων κρατώντας δέσμια τα πρόσωπα και τις ζωές τους. Το
ποιητικό υποκείμενο σταθερό, αυστηρό και συνειδητοποιημένο απέναντι στα
γεγονότα των οποίων υπήρξε παθητικός δέκτης. Τα προσωπικά βιώματα και οι
αγωνίες εμφανίζονται σαν φόντο ενός πίνακα, επάνω στον οποίο η γενική
έκφραση της ποίησης βρίσκει ειδικότερες αναφορές στους άλλους και στο
σήμερα.
Οι οπτικές εικόνες στα
ποιήματα είναι λίγες, δεν υπάρχει περιγραφική διάθεση τόπων ή ανθρώπων.
Τη θέση τους παίρνει η περιγραφή της εικόνας της ψυχής κι η ανάγκη για
έκφραση συναισθημάτων. Οι σχέσεις, τα αισθήματα (όχι τόσο τα ερωτικά,
αυτά ελάχιστα απασχολούν την ποιήτρια) και περισσότερο τα συναισθήματα
είναι αυτά που κυριαρχούν μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα ματαίωσης,
αδιεξόδου, σε μια προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού και συνεχούς αναζήτησης
ενός δρόμου διαφυγής. Η ζωή δεν είναι παρά ένα καλοστημένο παιχνίδι
ρόλων, κι οι άνθρωποι πιόνια που απλώς ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη
πορεία των πραγμάτων, κινούνται υπό τις εντολές της τύχης, και μιας
απροσδιόριστης δύναμης που δρα καθοριστικά επάνω τους.
Στο Επιδόρπιο συναντά κανείς αρκετές αναφορές σε άλλους λογοτέχνες. Ο
Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Μιχάλης Γκανάς, ο Κώστας Παπαγεωργίου, ο Γιάννης
Βαρβέρης, συμβάλλουν σε αυτή την διακειμενικότητα της συλλογής. Παράλληλα,
στους στίχους των ποιημάτων ο αναγνώστης συναντά πρόσωπα τα οποία
πρωταγωνιστούν σε κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, της μουσικής, του
κινηματογράφου, όπως η Μίτσε και ο Φραντς από το Berlin Alexanderplatz, ο
Λόρενς Ολίβιε, η Όντρεϊ Χέμπορν και άλλοι, που λειτουργούν
ζωντανεύοντας το παρελθόν μέσα στο παρόν, συμβολίζουν τη μνήμη, τη λήθη,
το θάνατο. Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα μικρά αποσπάσματα γνωστών
παλιών τραγουδιών που χρησιμοποιεί φορές η ποιήτρια για να δώσει ίσως
μια νοσταλγική και πιο ρομαντική διάθεση, μόνο για λίγο όμως, αφού
αμέσως μετά επιστρέφει στο προηγούμενο ύφος γραφής της.
Όπως διαπιστώνει κανείς διαβάζοντας το βιβλίο, η ποιήτρια συχνά εμμένει
στα κρυμμένα, τα δεύτερα, αυτά που αποκαλύπτονται στο τέλος δυνατότερα
από τα φανερά. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα μικρά, τα
ασήμαντα. Τους δίνει ποιητικές διαστάσεις και τα φέρνει στο φως της
τέχνης και της ανθρώπινης συνείδησης. Κάπως έτσι «δεύτερο» εξάλλου είναι
και το επιδόρπιο σε ένα γεύμα, δεύτερο, αλλά καθόλου μα καθόλου
αδιάφορο τελικά.
Το περιεχόμενο
των ποιημάτων είναι στοχαστικό, νοσταλγικό. Ήχοι του παρελθόντος και μια
υποβλητική μουσική που έρχεται από μακριά, και που σιγά σιγά σβήνει : «Σωριάζεται
κάποτε η σκιά/κι αλλάζει σχήμα ο καιρός./Μια μοίρα ξένη αντηχεί στα
βήματα, στα πράγματα, στις ενοχές μας./ Πώς να μαζέψεις τότε δίχως να
κοπείς/ χαρτάκι χαρτάκι τόσες σπασμένες φωνές/ πώς τα κουρέλια να
ζεστάνουν τη στέρηση». Υπάρχει μία έντονη εξιδανίκευση του παρελθόντος, που αναπτύσσεται μέσα από την αναπόληση προσώπων και καταστάσεων.
Ο θάνατος απασχολεί ιδιαίτερα την ποιήτρια. Τον αντιμετωπίζει με
σεβασμό και δέος, ενώ ο φόβος είναι μια σταθερή «δύναμη» που καταβάλλει
το ποιητικό υποκείμενο. Ο φόβος της απώλειας είναι έκδηλος και
καταλυτικός. Ο θάνατος επανέρχεται συχνά ως θέμα ή ως αναφορά σε πολλά
ποιήματα και, ακόμα κι όταν φαινομενικά απουσιάζει, η διακριτική
παρουσία του είναι πάντα αισθητή πίσω από τις λέξεις. Στο ποίημα «Πώς πεθαίνει κανείς από πλήξη ή Ευγηρίας οξύμωρον» η ποιητική φωνή σπάει μπροστά στη σκέψη του τέλους: «Σκοτείνιασε μέσα μου ξαφνικά η λεμονιά /αναίρεση διεκδικούν τα ειπωμένα/ και τα μελλούμενα δε μου ζητούν καμιά συμμετοχή». Προσδοκίες και φόβοι συγκρούονται, η κατάληξη όμως και πάλι είναι η διάψευση, η ματαίωση και η συντριβή του ανθρώπου:
«…διακρίνεις τον Αθεατο/που όσο κρατάει το τραύλισμα/παλεύει
απεγνωσμένα να σου πει/ ότι ήρθε η ώρα να μην πλήττεις άλλο πια/μέσα
στις μαύρες αυλακιές του βινυλίου/μαζί Του να σε πάρει».
Οι στίχοι των ποιημάτων είναι ελεύθεροι, χωρίς ομοιοκαταληξία, ωστόσο
πολύ προσεγμένοι στη στίξη, στις περιόδους και στις παύσεις. Ο λόγος
συνειρμικός, πυκνός και χωρίς σταθερό μέτρο, όπως άμετρες και πυκνές
είναι οι σκέψεις όταν σε κατακλύζουν. Ο τρόπος γραφής ακολουθεί και
εκφράζει τον καταιγισμό των σκέψεων και των συναισθημάτων που κυριεύουν
την ποιήτρια και συνακόλουθα τον αναγνώστη. Το ύφος χαρακτηρίζεται από
διαύγεια της σκέψης, από σαφήνεια και λιτότητα εκφραστικών μέσων.
Υπάρχει μία ρεαλιστική χροιά στη γραφή, που συνοδεύεται από υπαινικτικό
τόνο, όπως και από θεατρικότητα. Η τεχνική αυτή της δραματικότητας
επιτυγχάνεται με τη χρήση διαλόγου που δίνει ιδιαίτερη ζωντάνια: «Εκείνη:
– Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ τα λόγια μου με τη φωνή μου. Και ήμουν
αυτό που αρνιόμουν/ηχώ από βράχια που έπεφταν/ίχνη γεμάτη μιας αφής/ που
όμως της έλειπαν τα δάχτυλα… Εκείνος: -Μην παραδίνεσαι μικρή μου
Ρεζεντά/ανέλπιστα κάποια στιγμή τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά/κι
ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της/ η ηλικία του καθρέφτη/-θα λήξει
κάποτε κι αυτή/σύντομη σαν διήγηση/με έκβαση προβλεπόμενη…»
Ο λόγος λιτός και απέριττος χωρίς πολλά καλλωπιστικά στοιχεία και
φραστικά στολίδια, καθαρός και σοβαρός. Απουσιάζουν οι λυρικές εξάρσεις,
οι ωραιολογίες, τα κοσμητικά επίθετα. Η ποιήτρια δεν παρασύρεται από
ρομαντικές εξάρσεις. Ακόμα και οι λίγες ρομαντικές πινελιές είναι
διακριτικές και προσεγμένες. Η αίσθηση του ρυθμού είναι διάχυτη στους
στίχους, ενώ πολλές είναι οι λέξεις-σύμβολα, με κυρίαρχο τον τίτλο της
συλλογής.
Η οδύνη, ο εσωτερικός
πόνος και η αγωνία για το τώρα, το αύριο, τη ζωή, τον άνθρωπο,
συνοδεύουν την ποιήτρια αδιαλείπτως, σε όλα τα ποιήματα, μέχρι το τέλος.
Η αγωνία αυτή που γίνεται αιτία να αποζητά κανείς να γευτεί το
επιδόρπιο πριν φύγει…
(Από την παρουσίαση του βιβλίου
στο Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο
την Τετάρτη 17 Μαϊου)



