Η
ύφεση είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που κατασπαράζει τις σάρκες της
οικονομίας χωρίς έλεος. Εδώ και χρόνια παρατηρούμε έναν παγκόσμιο
οικονομικό πόλεμο που έχει παρασύρει λαούς και ηγεσίες στη δίνη της
φτωχοποίησης.
Οι
Έλληνες φεύγουν στο εξωτερικό, παίρνοντας το δρόμο της προσφυγιάς,
αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης αφού βλέπουν την χώρα τους
καθημερινά να συνθλίβεται, να καταρρέει με όλο και περισσότερες
παθογένειες να τη διακατέχουν. Και όσο η χώρα μας βρίσκεται σε δεινή
θέση λόγω της οικονομικής κρίσης, τόσο βρίσκουν κάποιοι την ευκαιρία να
εκμεταλλεύονται τη θέση μας αυτή.
Η
γενικότερη σύγχυση που επικρατεί στην κοινωνία μας φαίνεται πως έχει
επηρεάσει θεσμούς-πυλώνες της Δημοκρατίας μας, όπως η Δικαιοσύνη. Η
Δημοκρατία πλήττεται καθημερινά και φτάνει στα όριά της με αποτέλσμα να γεννούνται εύλογα καχύποπτες σκέψεις. Έτσι
δεν υπάρχει ειρηνική συμβίωση των λαών ούτε σταθερό πλαίσιο ανθρώπινων
δικαιωμάτων, αλλά υπαρκτή κυβερνητική αμετροέπεια και σκανδαλώδη
κωλυσιεργία. Το μόνο που απομένει για να υπερασπιστεί κανείς τον εαυτό
του και την χώρα του είναι η ενεργοποίηση όλων των προσωπικών δυνάμεών
του με το αίσθημα της αυτοσυντήρησης να είναι η βασική
δύναμή του. Ο πόλεμος γίνεται ακόμα πιο σκληρός και αδυσώπητος καθώς οι
παγκόσμιες αγορές εξομοιώνονται με τις εθνικές-τοπικές και βασίζονται
σ’ ένα θεμελιώδη νόμο, τη δημιουργία υπεραξίας μέσω της πραγματοποίησης
κέρδους. Καλά τα κέρδη , αλλά είναι διαφορετικά τα κέρδη μια παγκόσμιας
αγοράς και τα κέρδη μια τοπικής. Διαφορετικά τα κέρδη μιας γιγαντιαίας
επιχείρησης και διαφορετικά τα κέρδη ενός λαού- Έθνους.
Η
πολύχρονη κρίση αφήνει τα σημάδια της και συρρικνώνει την περιουσία των
Ελλήνων. Είναι επιτακτική ανάγκη ν’ αντιληφθούμε ότι ο κόσμος αλλάζει,
είναι απαραίτητο να μεταρρυθμίσουμε και να αλλάξουμε. Το μέλλον μας
χρειάζεται να περάσει σε μια περίοδο αυστηρής συλλογικής προσπάθειας με
βάση τις αρχές του πολιτισμού και με βάση τα πρότυπα της οργάνωσης των
δυτικών ευρωπαϊκών χωρών.
Μία
είναι λοιπόν η έσχατη πρόκληση για τον ελληνικό λαό : Θα καταφέρει να
ηγηθεί ο ίδιος και να αναδείξει τις διαχρονικές αρετές του μέσα από το
αίσθημα της επιβίωσης ή θα συνεχίσει να παρακολουθεί άβουλος τον
αφελληνισμό και το τέλος της Ιστορίας μας ως εθνικού κράτους;



